επόμνυμι


επόμνυμι
ἐπόμνυμι και ἐπομνύω (Α)
1. κατόπιν, εν συνεχεία ορκίζομαι («ὧς ἔφαθ’ οἱ δ’ ἄρα πάντες ἐπώμνυον, ὡς ἐκέλευε» — έτσι είπε, κι όλοι οι άλλοι στη συνέχεια ορκίζονταν όπως τούς έλεγε, Ομ. Ιλ.)
β. «καὶ ἐπὶ μέγαν ὅρκον ὀμοῡμαι» — και επί πλέον θα κάνω μεγάλο όρκο, Ομ. Ιλ.)
2. ορκίζομαι στο όνομα κάποιου θεού ή κάποιου ιερού ή στενού δεσμού (α. «ἥλιον ἐπόμνυμι» β. «μή τι θεοὺς ἐπίορκον ἐπόμνυθι» γ. «ἐπομνύω σοι τὴν ἐμὴν καὶ σὴν φιλίαν» δ. «ἐπομοσάμενος κατὰ πάντων θεῶν» ε. «oἱ δὲ κατὰ χηνῶν καὶ πλατάνων ἐπώμνυντο» Λουκιαν.)
3. συμφωνώ, επιδοκιμάζω ή αποδέχομαι με όρκο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπόμνυμι — ἐπόμνῡμι , ἐπόμνυμι swear after pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπομνύω — ἐπόμνυμι swear after pres subj act 1st sg ἐπόμνυμι swear after pres subj act 1st sg ἐπόμνυμι swear after pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπομόσῃ — ἐπόμνυμι swear after aor subj mid 2nd sg ἐπόμνυμι swear after aor subj act 3rd sg ἐπόμνυμι swear after fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπομνυμένων — ἐπόμνυμι swear after pres part mp fem gen pl ἐπόμνυμι swear after pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπομνύμεθα — ἐπόμνυμι swear after pres ind mp 1st pl ἐπόμνυμι swear after imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπομνύμενον — ἐπόμνυμι swear after pres part mp masc acc sg ἐπόμνυμι swear after pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπομνύοντα — ἐπόμνυμι swear after pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπόμνυμι swear after pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπομνύουσι — ἐπόμνυμι swear after pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπόμνυμι swear after pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπομοσομένων — ἐπόμνυμι swear after fut part mid fem gen pl ἐπόμνυμι swear after fut part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπομοσάμενον — ἐπόμνυμι swear after aor part mid masc acc sg ἐπόμνυμι swear after aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.